«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Για μια σεμνή παραίτηση










Στον Άλκη Αλκαίο


Μια μυστική καταπακτή
Ντυμένη τ’ Άγια λόγια
Για Μάτια πρόστυχα,
για Νεράιδες κι άπιστες Σειρήνες
Κι ένας καημός βαθύς
Που όλους, μας έχει κάψει
Κι εσύ σάρκα του δίνεις, κάθε τόσο και οστά
Με αίμα τον ντύνεις,
ανοιξιάτικο μεσοφόρι της Ντολόρες του φοράς

Κι ένας αναστεναγμός αγαλλίασης,
Δικός σου
Σαν από μέσα μας να είχε βγει
Κι οι Νεράιδες οι Σειρήνες πάντα εκεί
Παγίδα έτοιμες να υφάνουν
με χρώματα πλουμιστά
Κι αρώματα μπαχάρια
φτηνό σαπούνι
μπαμπέσικα να στολιστούν

καπνό πλημμύρα στα μάτια να φυσήξουν


Κι η Απάτη,
ο Χρόνος
κι η χαμένη μας Πυξίδα…


Κάθε φορά που σε βρίσκουμε
Αναποδογυρίζονται όλα…
και πάλι απ’ την αρχή

Να βυζαίνουμε από το φαγωμένο στήθος
της κοοπερατίβας μας
τ’ αλμυρό γάλα της συγχώρεσης,
Αχόρταγα να τρώμε
το ταπεινό ψωμί της θύμησης
και τους χυμούς της Άρνησης
Απ’ τα χέρια σου, μάταια να κοινωνούμε,

Κι η γλυκιά απεραντοσύνη της θάλασσας
Της υγρής Έκτασης του Καββαδία
Λάγνα να μας κανακεύει
και μ’ ένα ψέμα ακόμα να ντύνει, κάθε νυχτιά
την ψύχρα της σιωπής

Κι ο δρόμος που δεν θα πάρουμε
Εκεί, απέναντι
χαιρέκακα να μας γνέφει,
πίκρα ανείπωτη

Και Το παρθενικό ταξίδι
μας
Το μακρινό, τ’ αμόλυντο
Που γεράσαμε, κι ακόμα δεν ήρθε

Και το δάκρυ στην αποβάθρα για το Αύριο
Το μεγάλο κοινό μας Αύριο
που πάλι μας άφησε ξέμπαρκους και μόνους

Κι ο Άνεμος που τόσο τον τραγούδησες
Χωρίς ποτέ, να τον αφήσεις να σε πλανέψει
Δεν φύσηξε.
Και αυτός εναντιώθηκε
Παρ’ όλες τις παιδιάστικες απειλές μας
Και τ’ άφησε όλα πίσω, ακίνητα
σε μια μετριοφροσύνη του φόβου και της δειλίας
Κι οι ώρες οι αργόσυρτες…
Κι η Άγνωστη φωτιά

Άλκη, ένα όνειρο σου χρωστάω
Κάθε φορά που το πρόσωπο απέστρεψα στο χθες
Ήσουν εκεί, Χωρίς ποτέ δόλο, να πατσίσεις
μας έδινες πιοτό, φερμένο από τις κοιλάδες της Χιλής
φυλαγμένο χρόνια στα σκοτεινά κελάρια
της Μαρίας Αντωνίας

Άλκη,
Δεν ξέρω σε ποιο Όνειρο, κλεισμένος φεύγεις πέρα;
Δεν ξέρω στ’ αλήθεια σε ποια πηγάδια μέσα
ξανά την λάμψη σου, την αργυρή θα βρω
Πόσες φορές ακόμα θα κοινωνήσω
την Άγνωστη φωτιά που Δεσμώτη σ’ έχει

Μια άσημη ζωή κι ένα Χαμόγελο σου επιστέφω
ένα μεγάλο ευχαριστώ
Από τα χρόνια τα παλιά
στου Εμπάργκο τη χρονιά

Μορφή καθάρια,
δωρική,
παλιομοδίτικη
Ερωτική
παλιά φωτογραφία...

Κι ο προφητικός και αδικαίωτος Φλεβάρης
Κι η Άσπρη πρέσα
που μόνο ο χρόνος σου, γλιτώνει
Και της γοργόνας σου, το αιώνιο φτερό
να μας απογειώνει
κάθε τόσο για τα Μπάρκα τα μεγάλα
κάθε τόσο για τα κατάψυχα, τα ταπεινά

Για τη Μοίρα την πανάρχαια
που ξέπλεκα έχει τώρα τα μαλλιά
Μα δεμένους πισθάγκωνα κρατά
τους αιώνιους έφηβους εραστές της…

Άλκη, ένα όνειρο σου χρωστάω
Για μια σεμνή παραίτηση, γεμάτη μεγαλείο
Και μια άρνηση
στη ματαιοδοξία της εφήμερης στιγμής…

3 σχόλια:

Βασίλης είπε...

Άλκη, από πάντα και παντοτινά, θαρρώ
Πως με μαεστρία κέντησες
Το χιλιο-τραγουδισμένο
«σ’ αγαπάω»…

Βασίλης είπε...

Άλκης Αλκαίος

Του μέλους YROIDIS
Δημοσιεύθηκε στις 25 Μαΐου 2005


Στιχουργός με ισχυρό και μεστό λόγο, ολιγόγραφος και μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας, ο Άλκης Αλκαίος εμφανίζεται στη δισκογραφία για πρώτη φορά το 1982 με το δίσκο Εμπάργκο σε μουσική Θάνου Μικρούτσικου.

Τι λέει ο ίδιος ο συνθέτης γι’ αυτή τη συνεργασία; Αντιγράφουμε από το ένθετο της Καθημερινής 100 δίσκοι και η ιστορία τους: «Τον Άλκη Αλκαίο τον γνώρισα από μια δημοσίευση ενός ποιήματός του στον Ριζοσπάστη. Πρέπει να ήταν το '77. Μου άρεσε τόσο πολύ που έκοψα το απόκομμα, το μελοποίησα και όταν θα γινόταν ένας δίσκος με τα τραγούδια της Λευτεριάς θέλησα να το ηχογραφήσω. Του τηλεφώνησα, νομίζω δεν συναντηθήκαμε, του το έβαλα από το τηλέφωνο και του άρεσε πάρα πολύ. Δεν είχαμε γνωριστεί. Δεν ήξερα καν ότι τον λέγανε Βαγγέλη Λιάρο. Νόμιζα ότι τον έλεγαν Άλκη Αλκαίο, όπως δηλαδή ήτανε στο κείμενο...

Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε μια σχέση του εξής τύπου: Μου έστελνε σπίτι μου στίχους του εβδομαδιαίως. Μελοποίησα, αρχής γενομένης το '77,'78,'79, '80 νομίζω, γύρω στα πενήντα τραγούδια.

Χωρίς όμως, πέραν του πρώτου τραγουδιού, να έχει εκδοθεί και τίποτα άλλο. Είναι αυτό στοιχείο και του ύφους μου και του στυλ μου ειδικά σε ορισμένους στιχουργούς, να προσπαθώ τα κείμενα να μου γίνονται οικεία, να προσπαθώ επίσης να τα κάνω δικά μου, να μου μιλάνε και μετά να περιμένω να περνάει ο χρόνος για να δω πώς ηχούν στα αυτιά μου.

Έτσι, κι ενώ μου άρεσαν πολλά από αυτά, τα άφηνα μέσα στο χρόνο, μέχρι που μαζεύτηκαν, όπως είπα πάνω από πενήντα. Τελικά επέλεξα έντεκα από αυτά και πιστεύω ότι επέλεξα και από πλευράς κειμένων τα καλύτερα ή τουλάχιστον τα εντελώς της πρώτης γραμμής».

Είναι η πρώτη και τελευταία φορά που φωτογραφίζεται για τις ανάγκες της κυκλοφορίας ενός δίσκου. Έκτοτε δε θα υπάρξει ποτέ καινούρια φωτογραφία του στους δίσκους που συμμετέχει και ποτέ δε θα εμφανιστεί δημόσια. Εκτός από το Εμπάργκο υπογράφει στιχουργικά και το δίσκο Εντελβάις σε σύνθεση Μάριου Τόκα με ερμηνευτή το Δημήτρη Μητροπάνο.

Στίχους του τραγούδησαν –σε πρώτες ή δεύτερες εκτελέσεις- η Χάρις Αλεξίου (στο δίσκο Η αγάπη είναι ζάλη), ο Διονύσης Θεοδόσης (στο δίσκο Όσο κρατάει ένας καφές), η Μαρία Δημητριάδη (στους δίσκους Εμπάργκο, Τραγούδια της λευτεριάς, Δελτίο καιρού, Kunstler fur den frieden), o Κώστας Καράλης (στο δίσκο Εμπάργκο), ο Μανώλης Μητσιάς (στο δίσκο Εμπάργκο), ο Βλάσης Μπονάτσος (στους δίσκους Εμπάργκο, Αυτά τα βράδια), η Δήμητρα Γαλάνη (στο δίσκο Για πιάνο και φωνή), ο Θάνος Μικρούτσικος (στο δίσκο Αραπιά για λίγο πάψε να χτυπάς με το σπαθί), ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου (στους δίσκους Χορεύω, Χρόνια πολλά, Σφεντόνα, Δε σηκώνει), η Μελίνα Κανά (στον ομώνυμο δίσκο της), ο Γιώργος Νταλάρας (στο δίσκο Η άσφαλτος που τρέχει), η Ελευθερία Αρβανιτάκη (στο δίσκο Εκπομπή), ο Δημήτρης Μητροπάνος (στο δίσκο Στου αιώνα την παράγκα), ο Μιλτιάδης Πασχαλίδης (στους δίσκους Κακές συνήθειες, Βυθισμένες άγκυρες, Η μόνη μου πατρίδα είναι ο χρόνος) και ο Σωκράτης Μάλαμας (στους δίσκους 13.000 μέρες, Ο φύλακας κι ο βασιλιάς, Ένα).

Βασίλης είπε...

Από το εισαγωγικό σημείωμα του δίσκου «Εμπάργκο» 1982
……………………………………………………………………………………….
« Να σκεπάσουμε καλά τα παιδιά, γιατί κάνει πολύ κρύο ακόμη
Να αφήσουμε τις πόρτες μισόκλειστες.
Να ανάψουμε ύστερα τους θύρσους!!
Απόψε να φωτιστούν οι ερανισμοί εκατομμυρίων ωρών
και τα εξαίσια πανιασμένα πρόσωπα
αυτών που αγαπήσαμε πριν ή μετά τον χαμό τους
και με το που θα ξημερώνει
Να ‘ρθουν οι κάθε λογής θεονήστικοι
Να βυζάξουν απ’ το φαγωμένο στήθος της «κοοπερατίβας» μας κρασί λαϊκό
Κύριε Νάμποκοφ!!
Τι μυξοκλαίς έγκλειστος στην 63η λεωφόρο της
Νέας Υόρκης.
Αφού ξέρεις!!
Εμπάργκο από την ανάποδη θα πει: «αιχμαλώτισέ με!!»