«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Τετάρτη, 20 Μαΐου 2015

I’ am looking for You





οι μέρες γλιστράνε στη στενή σχισμή
βαριές και ξάστερες μπιλίτσες υδραργύρου
διαμερίζονται βαθιά στην κλεψύδρα
ολοένα και πιο γρήγορα
ολοένα και πιο αδυσώπητα
αμετάκλητα συμβόλαια επιστρέφουν  

Στην πόρτα, στέκεται
Ζητάει το σύνθημα
Ψηλαφίζει τη μορφή
Χωρίς μάτια, Απ’ τη Σιωπή
Από το αίμα

Νύχτα

Έσπαγαν οι βελόνες πάνω στο χέρι μου. Μία-μία
Έμπαιναν βαθιά και έσπαγαν
Αριστοτεχνικά
Χωρίς σταγόνα αίμα
Έραβε σφιχτά ο καιρός όλες τις εξόδους

εκστασιάζονται οι ώρες
με την υπομονή
έχω ακυρώσει τη Νύχτα
τα ένστικτα
τα όνειρα
έχω ακυρώσει την αναμονή

μόνο η Άνοιξη αρνείται
απέραντη Άνοιξη

έχω ακυρώσει τη Ζωή
μαθαίνοντας κρύβω για αύριο

ποιο αύριο;


πως γίνεται το κόκκινο όταν σαπίζει;












Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Αρσενική Πόρπη





                         Στον Αποστόλη  


Ξημέρωνε μια ακόμα κλεμμένη Κυριακή_ Άκυρα χείλη,αφυδατωμένα, αιχμάλωτα με ειλημμένες αποφάσεις, μάτωναν χαρακωμένα με ερωτήσεις_ μάταια ψάχνοντας δροσιά_ φτηνοί εργάτες έπλεναν τους δρόμους_ 
όπως πάντα είχε φτάσει νωρίς  

Φόρεσε μαύρα_ άκουσε υπομονετικά όλες τις καινούργιες υποσχέσεις_ όλα τα γυαλικά ξερνούσαν τελευταία, τα ίδια ξινισμένα σύμβολα. 
Στήθηκε από νωρίς στη γωνία να περιμένει
Τα τρένα περνούσαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα_ δοκίμασε να περάσει απέναντι_ χωρίς τα γυαλιά του_ πάντα τα κατάφερνε και πάντα απορούσε_  πλήρωνε υπομονετικά τα διόδια και επέστρεφε πίσω άπραγος. Η τροχιά του πάντα ασύμβατη με την πραγματικότητα. Μια στροφή ακόμα; Ήθελε όπως πάντα: αυτός να είναι έτοιμος! Όταν έρθει η ώρα!!! Επιμελώς προσπαθούσε να αγνοεί τη μοναδική ως τώρα βεβαιότητα: εδώ και πολύ καιρό είχε μείνει μόνος του.

Σημάδια στις πέτρες, ψέματα σαν πρωινό τέντωμα,βολικές λησμονιές, κι αυτές οι μέρες χωρίς όνομα, διαρκώς του υπενθύμιζαν τις ορθές κινήσεις των πιονιών, τις λεπτομέρειες των επιτρεπτών πράξεων, το φάσμα εκπομπής ξεχασμένων νετρίνων, αλλά και την προσαρμοστικότητα των δυνητικών εφαρμογών λελογισμένων και πάντα εγκόσμιων τελεστών … αλλά αυτός όπως πάντα στον κόσμο του! Επέμενε να δραπετεύει στην μπάρα με τους αριθμούς… ολοένα και πιο μακριά, διαρκώς και ψηλότερα και πάντα χωρίς να κρατάει δυνάμεις για το γυρισμό… 
την περίμενε
Εκείνη άστραφτε μακριά με την ψευδαίσθηση της αναντικατάστατης… μοίραζε ασπιρίνες και μέντες σε ανυποψίαστους συγγενείς και πρόθυμους τακτοποιητές…
κι η Ζωή είχε πλησιάσει ακόμα πιο κοντά

-Εσύ μακριά _ Η Ζωή ακόμα πιο κοντά _ σκεφτόταν

Μόνο εκείνος ο μικρός επέμενε, να χαλάει διαρκώς το φινάλε_ Ακούραστος,  κάθε φορά και καλύτερα,  αντέστρεφε τις τακτοποιημένες βεβαιότητες και εξακολουθούσε να χλευάζει όλα τα άγια της δεξιάς τους στήλης… τον κοιτούσε με σεβασμό και δέος. Επιτέλους όλες οι ματαιωμένες πτήσεις έπαιρναν εκδίκηση!

Νύχτωσε κι ακόμα να φανεί_ για χιλιοστή φορά κοίταξε το ρολόι που πάσχιζε να του θυμίζει την απλότητα όλων των συμβιβασμών_ Η βίζιτα έτσι κι αλλιώς ήταν πληρωμένη
Δοκίμασε έναν ακόμα espresso στο bar _ Η απρόσμενη εφηβεία εξακολουθούσε να κρύβεται_ στη μεστή του γεύση _ έκανε παρέα στις σκέψεις των θαμώνων _ μαγικές εικόνες τον έκαναν διαρκώς να έχει ένα ζεστό χαμόγελο στην όψη _ του θύμιζαν  την πρίζα να ντρέπεται κάθε τόσο με την ανικανότητα της, να εξισορροπήσει τα χιλιάδες volt που με μαεστρία της υπέκλεπτε   
-Ντρέπεται ποτέ η πρίζα; Επίμονα την ρωτούσε  
Μα εκείνη Δεμένη πίσω, επαγωγικά εξακολουθούσε να βραχυκυκλώνει στην ιδέα και μόνο … κι αμάθητη στην εναλλασσόμενη τάση και φοβισμένη με τη βίαιη εξάλειψη φορτίου που την περίμενε, τον έχανε διαρκώς… δεν μπορούσε να διαχειριστεί το απύθμενο βάθος του «τώρα» αλλά κι εκείνο το μίζερο «μπροστά» που ερχόταν και που αντιλαμβανόταν πως ήταν ένα μεγάλο πίσω

Υποψία φορτίου μπροστά δεν υπήρχε! Το ήξερε
Μόνο Εδώ! Μόνο Τώρα

Επιτέλους φάνηκε
Κουρασμένη και παραδομένη στα ρηχά αγοραία καθήκοντα. Την αγκάλιασε και τη φίλησε με πάθος στο στόμα. Τον κοίταξε με απορία και τον επέπληξε_ πρόστυχα μάτια ματαιοπονούσαν να καταγράψουν τη μαγική εικόνα τους
_ συνέχισε κανονικά να την φιλά και να την χαϊδεύει με πάθος_  Κι αμέσως σα χνούδι του ήρθε στη μνήμη:  



« Να με φιλάς. Παντού. Μπροστά στους περαστικούς, παντού. Πάνω στα μούτρα τους να με θοπεύεις. Να γεμίζει τέχνη η πόλη . Δεν ξέρουν οι περαστικοί από τέχνη»
   

Ένας τεράστιος μαγνήτης άρχισε να έλκει
και να κολλάει τις ώρες στο πυρακτωμένο σίδερο
μια αχόρταγη μαύρη τρύπα βάλθηκε για μια ακόμα φορά να αμφισβητεί τη βαρύτητα

κι ο Χρόνος πολύτροπος να εξαϋλώνεται
ο Χώρος ανήμπορος να καμπυλώνεται… κι αυτή σαστισμένη κι αμήχανη να κοιτάζει πέρα, άλλοτε μ’ ανοιχτά κι άλλοτε με σφραγισμένα μάτια
- Άρχισες να γυρίζεις πίσω;…
- Ξέρεις ότι κλείνεις διαρκώς τα μάτια;… τη ρώτησε σιγανά

Σπάραζε στα χέρια του, αλλά παρέμενε πάντα κρυμμένη μέσα στο μαύρο καπνό,
ανήμπορη στο τώρα, ασφαλισμένη στο άδικο χτες
μπερδεμένη στο κενό σήμερα_ μετανοιωμένη που τον είχε αφήσει να περιμένει τόσες ώρες άπραγη.
Παρακαλούσε να μείνει στο όνειρο. Από τη μια… γιατί από την άλλη: Η τετράγωνη λογική της φρόντιζε στο παραπέντε να της υπενθυμίζει «τον προορισμό του ανθρώπου», αυτή η πεπερασμένη εμμονή να κρέμεται σα σκιάχτρο από πάνω της και να την εμποδίζει  να απολαύσει τη στιγμή, ακυρώνοντας κάθε πιθανότητα να ξεφύγει είτε από το χτες, είτε από το τώρα
αύριο έτσι κι αλλιώς ήξερε ότι δεν υπήρχε_
-Αύριο δεν υπάρχει! της επαναλάμβανε συχνά σα σύνθημα που έπρεπε να αποστηθίσει

Δεν πήρε απάντηση
Την είχε πάρει ο ύπνος _ Εξαντλημένη κι ήσυχη ονειρεύτηκε διεξόδους, μακριά από το όνειρο, σε ασφαλείς οδούς συνηθισμένης κενότητας

Ξύπνησε κι είχε αλλάξει φορά πάλι το ρεύμα…
Ξεχάστηκε
Σε λίγο θα έφευγε αφήνοντας ανοιχτή πληγή και λήθη.. Πλημμύρισαν οι  δρόμοι κι από παντού ήσυχες απουσίες
Σε λίγο απλά θα τον ξεχνούσε_ έτσι αταίριαστος που ήταν με τον κύκλο της_  με την ίδια αφέλεια που είχε ξεστομίσει εκείνο το αλησμόνητο:
«Δυό μέρες όπου θες, όποτε θες.» 
 _Δεν κάνεις ποτέ τέτοιες ανήθικες προτάσεις, σε κάποιον που τον έχουν χαρακτηρίσει ως:  «Διάβολο Μεταμορφωμένο»_ την είχε προειδοποιήσει...


 

Μια ώρα πριν
Είχε έρθει η ώρα/ για κείνον
Έφευγε πρώτος_ το ήξερε

Σήκωσε το γιακά
Παγωνιά
δαγκώνει ο Γενάρης,
είχε όπως πάντα, κόντρα τον καιρό, μα εκείνο το 30-άρι παράσημο καρφιτσωμένο στο πέτο, τον έκανε και χαμογέλασε αληθινά

Ξημέρωνε κι ένα μπλάβο αίμα άρχισε να βάφει
την έξοδο 






..........................

Όσοι μοίρασαν τα υπάρχοντα τους
Κι έζησαν την κοινοκτημοσύνη των άστρων
Έχουν την αυθάδεια να απαιτούν μια ζαριά ακόμα
_ κι ας είναι ντόρτια_

Ρίξε εξάρες ρε Φίλε!!!
Μιλώντας για ρόλους

Γενάρης 2015





















«Κανένα bad timing, απλά δείλιασες τη σωστή στιγμή»  




Παρασκευή, 2 Ιανουαρίου 2015

Πρωτοχρονιά 2015








Μέσα σε παλιά βιβλία
Ξεθωριασμένα όνειρα
Έτοιμες βαλίτσες κι υποσχέσεις «πάντα» κενές
Συνεχίζει υπομονετικά να
Μεγαλώνει η Μέρα!

Αύριο λες
Κι οι κωνικές μελωδίες
Ανατριχιάζουν τις τακτοποιημένες μέρες τους


Σα μυσταγωγία απλώνεις πάνω στο χάρτη της οικουμένης, νεανικά όνειρα,
σχέδια μιας άλλης Ζωής…
κι εσύ τυχερός
είσαι ΕΚΕΙ μαζί τους…

Όλοι μαζί, παράξενοι φουτουριστές
Μαζεύονται σιωπηλά
πρωί πρωί να μεταλάβουν…
Σταγόνες μόνο …
Άγια Μετάληψη _ 
(που άπειρη, έμαθαν να διαχειρίζονται και να απαιτούν οι τρελαμένοι νευρώνες σου,
τα μουδιασμένα άκρα σου,
τα έντρομα χείλη σου
ΟΛΑ…)   



ΚΑΛΗ ΧΡΟΝΙΑ!!!

Χαρά κι αλήθεια 
σε όλους όσους βαδίζουν χαρούμενοι 
πάνω στο σχοινί
Χωρίς δίχτυ και χωρίς να κρατούν δυνάμεις για το γυρισμό
«Με τον Ανθό του Μηδενός και το κρασί τ’ Απείρου,…»


Venceremos!!!!