«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2015

το πόδι της χήνας


©2015 Δανάη Τσάβαλου _ ΝΥ
©2015 Δανάη Τσάβαλου _ ΝΥ






Από νωρίς είχαν μαζευτεί στην πλατεία, παιδιά όλων των ηλικιών, έστηναν ψηλές σκαλωσιές…
Πάνω σε υπέργεια ασανσέρ δούλευαν ακατάπαυστα, έφτιαχναν μια πολύ ψηλή εξέδρα με μαεστρία και τόλμη.
Με μεγάλη ευκολία έφτασαν γρήγορα σε δυσθεώρητα ύψη κι όλο ανέβαιναν… χαμογελούσαν και τραγουδούσαν δυνατά το γνωστό σκοπό: Non Mollare Mai
Τραγουδούσαν δυνατά
Χαλούσαν τον κόσμο με τα ουρλιαχτά τους και σήκωναν ακόμα πιο ψηλά τα σιδερένια πλέγματα…
Στεκόταν άφωνος στη μέση της πλατείας με το βλέμμα κολλημένο ψηλά…
Τους κοιτούσε
Τους καμάρωνε
Και δεν μπορούσε να το πιστέψει πως μια τόσο μικρή πόλη, είχε αναθρέψει ένα τόσο μεγάλο όνειρο
Μια άσχημη κουτσή ζητιάνα μπορούσε και χάριζε απλόχερα τόσα χρώματα στον ουρανό   
ήρθε η ώρα
έπρεπε να ανέβει
αλλά για αυτόν ο δρόμος ήταν λίγο διαφορετικός
θα ανέβαινε σιγά σιγά από τη σκάλα
σκαλοπάτια από αλουμίνιο με μεγάλες τρύπες, τον οδηγούσαν στην κορυφή,…
το χάος έχασκε κάτω από τα πόδια του
έβλεπε να απλώνεται η αποτυχία σε κάθε βήμα του
η σκέψη της πτώσης τον διέλυε, 
έτρεμε…. φοβόταν πάρα πολύ…
στο μεταξύ είχε μαζευτεί κόσμος
γέμισε η πλατεία
κι εκείνοι ατρόμητοι συνέχιζαν από πολύ ψηλά
φώναζαν, ζητωκραύγαζαν και με ζωηρές κινήσεις τον τον καλούσαν  να φτάσει ψηλά
γεμάτοι αισιοδοξία και σιγουριά περίμεναν να τον αγκαλιάσουν στην κορυφή
μια πίστη ξεχείλιζε από την ανεμελιά τους
μια δύναμη στα βήματα τους
μια αποφασιστικότητα στις πράξεις τους
εκείνο το στιβαρό κι αμετακίνητο:
«το πιάσες, το παίξες»
τους είχε χαράξει στο μυαλό
μα πιο πολύ την ίδια τους την καθημερινότητα


Τον περίμεναν, αυτός δεν αποφάσιζε, αλλά αυτοί συνέχιζαν
Όλο και πιο ψηλά
Όλο και πιο μακριά
Άλλοι, από ένα μεγάλο αερόστατο _ αναρωτιόταν που βρέθηκαν τόσοι πολλοί_ έριχναν μπαλόνια πολύχρωμα γεμάτα κεντημένες άλυτες ασκήσεις, πρωτότυπες λύσεις, κωδικοποιημένους αλγόριθμους: σιδεριές για τους αδαείς, πνιγμένα στιχάκια για τους παντογνώστες  
Αυτός λοιπόν θα ανέβαινε από τη σκάλα
Τον περίμεναν
Φοβόταν το ύψος
Προσπαθούσε να το αναβάλει άλλη μια φορά…
Αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ήξερε πως
τα παιδιά πείθονται μονό από τη δύναμη του παραδείγματος ήθελε δεν ήθελε … με χίλιες δυό αναστολές, με αναβολές στα όρια του εξευτελισμού ξεκίνησε, σιγά σιγά στην αρχή: έκοβε τις άγκυρες, ματαίωνε τα παλιά συμβόλαια, γκρέμιζε τους νοτισμένους τοίχους των συμβιβασμών, αμαύρωνε τις ψεύτικες εικόνες,
για μία ακόμα φορά, μπροστά στα έκπληκτα μάτια τους, έπαιρνε την αληθινή του υπόσταση, αποκαλύπτοντας τη θέση του στο χώρο και στο χρόνο και τη συμβολή του στην αύξηση της εντροπίας αυτού του άγνωστου συστήματος.
Επιτέλους άρχισαν να τον καταλαβαίνουν, να τον αποδέχονται για αυτό που πραγματικά είναι κι όχι για όσα ήθελαν να φαίνεται πως είναι… Συνέχισε με ολοένα και πιο αποφασιστικά βήματα  
Ανέβηκε
Έφτασε στην κορυφή τους
Τον κάλεσαν να πάρει θέση στο πρόχειρο βήμα που είχαν ετοιμάσει
Στο μεταξύ η πλατεία είχε γεμίσει

Σήκωσε τα χέρια και με τα δύο τους έδειξε τον ορίζοντα
Ένα βαθύ κόκκινο αγκάλιαζε τον ουρανό κι
Άρχισε να απαγγέλει ένα ποίημα

Οι μάγοι απόψε ξαγρυπνούν
τραγούδια σου κεντάνε

δεν άλλαξε τίποτα κοιμήσου ήσυχα,…

οι ιερείς ακόμα αλυχτούν
με τέχνη τον κουρνιαχτό εξουσιάζουν
οι λωτοφάγοι δώρα οσμίζονται
υπεύθυνες λειχήνες μηρυκάζουν

σήκωσαν φράχτη κανείς να μη θυμάται

σε μαύρο φόντο μιλάνε ακέφαλες φωνές
το σπόρο βάλθηκαν να κρύψουν
κλείνονται στο ιερό
εφτά υπόγεια γεμάτα ματαιοδοξία
δάκρυα δοκιμαστικά κομίζουν στη βιτρίνα
απαλλαγές στους χαραγμένους πάγκους
αθόρυβα επωάζουν

εγείρονται οι σοφοί
εγκρίνουν διατακτικές
εκπλήσσονται οι φτωχοί
πείθονται με νόμους αλοιφές
φόρους πάγιες διαταγές αγόγγυστα υπομένουν

στείροι σκορπιοί φαρμάκι ονειρεύονται
ποζάρουν μ’ άσφαιρα δαγκώματα
σε κάδρα νόθα ενταφιάζονται

Τα καντήλια ανάβουν σιγαστήρες
σελίδες καίνε. καίγονται. φουντώνουν οι απουσίες
με καρβουνάκια συντηρούνται τα ξεραμένα αίματα
τα θαύματα στο αυθόρμητο στενάζουν
μ’ επίμονες αγκαλιές κρότου λάμψης πείθονται οι τελευταίοι γελασμένοι

στα μπαούλα κρυμμένα λάφυρα εμμονές
σιδερένια χαμόγελα σημαίες διάφανες χρώμα καινούργιο περιμένουν
πνιγμένες φωνές λάδι της θύμησης στο χώμα γλυκαίνουν
στα σύρματα κρεμιούνται φορτία κι ενοχές
τ’ αντεστραμμένα πέρατα λογχίζουν καταιγίδες

Οι μάγοι απόψε ξαγρυπνούν
Δεν άλλαξε τίποτα ήσυχα κοιμήσου

βιάζονται να σπρώξουν κι αυτή τη θύελλα πιο πέρα
φύλακες υποταγμένοι έμμισθοι επιστάτες
ασώματοι γραφειοκράτες
άμισθοι επιτετραμμένοι της φθοράς
κλαίνε στα πορτραίτα τους μπροστά
δάκρυα δηλητήριο ποτίζουν το λουλούδι της πέτρας

κι αυτό επίμονα ανθίζει,…

.......................................


Ναι έτσι είναι.  Ούρλιαξε τώρα, σαν κλαγγή πολυβόλου:
Το λουλούδι της πέτρας επίμονα ανθίζει και θα ανθίζει

Δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί να αντισταθεί στη δύναμη του ανθρώπου. Και δεν υπάρχει καμία δικαιολογία.  
Είμαστε αυτό που θέλουμε.
Ζούμε όπως πραγματικά αξίζουμε. ...κι αν δε μας αρέσει και νομίζουμε ότι αξίζουμε κάτι άλλο,
κάτι διαφορετικό, κάτι καλύτερο,
απλώνουμε το χέρι και το παίρνουμε.
Βάζουμε όλη τη διαολεμένη δύναμη που κυβερνάει τα όνειρα μας και το χτίζουμε...
Ο δρόμος είναι στα πόδια μας.
κάθε στιγμή αναλαμβάνουμε από την αρχή, όλη την ευθύνη για τα λάθη μας
για την ανατροπή
για την αχόρταγη ανάγκη
Αυτοί είμαστε: η ανατρεπτική πορεία της ζωής μας είναι τα λάθη μας
Είμαστε τα λάθη μας
Λάθη του αρχέγονου πάθους 
Η ατόφια μυρωδιά του έρωτα, καθορίζει τα βήματα μας
Αυτή είναι η μοναδική αλήθεια
Ακλόνητη κι αμετακίνητη στους αιώνες
Συνομήλικη με το χρόνο
Συνεπαρμένη με την αεικίνητη λάμψη των άστρων
Ραμμένη στη λεπτή φόδρα του σύμπαντος…
Καταγεγραμμένη στη σοφία της Διαλεκτικής
Υπογεγραμμένη από τη μοναδική έφοδο στο μέλλον 

Κι ό,τι όμορφο γευόμαστε δεν είναι δώρο
Δεν είναι χάρισμα
Είναι κατάκτηση απ’ τα συμβόλαια των προγόνων μας
Είναι αρπαγή από τις θυρίδες των νετρίνων της μεγάλης έκρηξης
Είναι κλοπή από τα υπόγεια μεταλλεία της ανθρώπινης εξέλιξης
Και κανείς μας ποτέ δεν αναρωτιέται την κρίσιμη στιγμή
Αν είναι λάθος
Αν είναι σωστό
Βουτά στα βαθιά κι η μόνη ανταπόδοση είναι η φωτιά
Το μαγικό νερό, το φως 
Κι η ζωή στο σχοινί
Χωρίς δεύτερη φορά
Χωρίς δίχτυ


Κι ενώ κανένας άνεμος δεν εναντιώνεται
Μην ακούτε τι σας λένε!!_

Κανείς άνεμος δεν μπορεί να σας αντισταθεί

Κανένας άνεμος δεν μπορεί να μας αντισταθεί

Προσέξτε όμως!!!!
_ Άλλαξε ο τόνος της φωνής του_
Τώρα, έλεγε κάθε λέξη του αργά, συρτά…
Όλοι θα αποπειραθούν να σας υποτάξουν
Όλοι πασχίζουν να μας υποτάξουν
Να σας αλλάξουν
Να σας γεράσουν
Να σας λειάνουν την αποκοτιά
Να σας γλυκάνουν τη στιφάδα
Να σας καλμάρουν την οργή
Να πακετάρουν τα όνειρα σας
Να σας παρκάρουν άλαλους μπροστά στις οθόνες

Μην τους αφήσετε!!!!
_ είχε αγριέψει τώρα η φωνή του: 
Κι όταν  τους μιλάτε_ σχεδόν με αφέλεια_  για την ατέλειωτη ευχαρίστηση, που ξεφεύγει από τα καθιερωμένα δεκάλεπτα καθήκοντα _ που έχουν συνηθίσει….
Δε θα σας πιστεύουν_
Δεν μας πιστεύουν 
Θα σας ειρωνεύονται
και πίσω από την πλάτη σας ίσως και με αγοραία συμπόνια, η άγνοια τους θα τους κάνει να ξεστομίζουν
«ότι έχετε φάει δούλεμα»,
πως ονειροπαρμένοι σαλτιμπάγκοι σας έχουν μαγέψει…
κι όσο θα μένουν με το στόμα ανοιχτό,
τόσο θα σας αποκαλούν επικίνδυνους. 

Και μην ξεχνάτε
Έχουν δίκιο  
Είστε επικίνδυνοι!!!
Είμαστε επικίνδυνοι
Να έχετε συναίσθηση αυτής της δύναμης
Δεν είναι ντροπή
Το κορμί μας το ανταριασμένο είναι η ΔΥΝΑΜΗ
Το κορμί μας όταν απελευθερωθεί δεν έχει όρια. ....μας εκπλήσσει κάθε φορά ακόμα και πιο τρομακτικά. ....
και αξίζει να εμπιστευόμαστε αυτό το πανάρχαιο ένστικτο
κι αυτό μας κάνει πιο ανθρώπινους
αλλά και πιο επικίνδυνους

Η πιο επικίνδυνη αλήθεια είναι το κορμί μας. ...
Μη φοβάστε να εμπιστεύεστε αυτό το πανάρχαιο ένστικτο
Κι αυτό να ξέρετε πως σας κάνει ακόμα πιο επικίνδυνους

Ναι
Είστε επικίνδυνη πάστα Ανθρώπων
Είμαστε επικίνδυνη πάστα Ονειροπόλων
Κι αν συνεχίσετε να εννοείται ακριβώς
Κάθε λέξη που λέτε,
Αν συνεχίσουμε να εννοούμε
Κάθε όνειρο που σχεδιάζουμε
Κάθε όνειρο που σχεδιάζετε
Αν αποκτείστε συναίσθηση αυτής της μοναδικής αλήθειας
Αν πεισθούμε για το ανυπέρβλητο δίκαιο

Αν καταφέρουμε να έχουμε συναίσθηση αυτής της μοναδικής αλήθειας
Τότε «όμορφοι θα περάσουμε στην ελευθερία»

Συνεχίστε να μην ρίχνετε νερό στο κρασί σας!
Μην παραιτήστε από το Όνειρο!
Ακόμα κι αν όλα σας βεβαιώνουν ότι δεν υπάρχει,
Να ξέρετε πως είναι εκεί έξω και σας περιμένει!
Μην ξοδεύεστε… ίσως επειδή αργεί
Να επιμένετε
Να νιώθετε ευγνωμοσύνη για ότι ξεχωριστό μοιράζεται η ζωή μαζί σας
Κι όσο κι αν περάσουν τα χρόνια
Όσο κι αν ξεροσταλιάζετε στο λιμάνι ξεχασμένοι
Στους σφραγισμένους σταθμούς μόνοι κι έρημοι
Στα ρημαγμένα βαγόνια μοναδικοί επιβάτες 

Να ξέρετε πως Θα έρθει
Εξακολουθήστε να «μένετε κατάπληκτοι» με την αστείρευτη πηγή ομορφιάς,…

Κι αμέσως άλλαξε
Ναι!!!
Να εξακολουθήσουμε να «μένουμε κατάπληκτοι, κάθε καινούργια Άνοιξη»  με τη σαγήνη και την αντοχή που μας χαρίζει το μαγικό νερό_ σε όσους τυχερούς μας  αποκαλύπτεται_
και να έχουμε τη βεβαιότητα ότι θα βρίσκει τρόπο πάντα μπροστά στα μάτια μας, να ανατρέπει μέσα στην πολύωρη εφευρετικότητα του, κάθε βλακώδες πεντάλεπτο δεδομένο που νομίζαμε πάνσοφοι ότι...έχουμε κατακτήσει

Είχε φτάσει στην κορυφή!
Δεν το πίστευε,…έτρεμε από φόβο και συγκίνηση
Εκείνοι χόρευαν
Είχε φτάσει η στιγμή να αρχίσει πάλι μόνος την κατάβαση

Η πλατεία είχε συνθηκολογήσει
αποφάσισε πως δεν τα βγάζει πέρα μ’ αυτούς τους τρελούς,
ήσυχα άδειασε αφήνοντας χώρο για τις πτώσεις τους…

Ξημέρωνε 6 Δεκέμβρη 2015


Υ.Γ.


Οι πρωταγωνιστές αυτής της ιστορίας είναι πολλοί
ο ένας από αυτούς, ο Λευτέρης όταν το διάβασε του ήρθε στο μυαλό μια εικόνα που με κάποιο τρόπο περιέγραφε το κείμενο…
Δεν μπόρεσε να θυμηθεί ποια ήταν κι έμεινε έτσι ….

Μια άλλη πρωταγωνίστρια, η Δανάη, οπαδός του:  μοιράζεσαι με όσους νοιάζεσαι, λίγο πριν πάρει σάρκα και οστά η μικρή μας Ιστορία, φωτογράφιζε, ανυποψίαστη, αλλά υπέροχα τη Νέα Υόρκη …. Κι όταν μου είχε στείλει τις φωτογραφίες, μάλλον είχε αφήσει τον πρώτο σπόρο για να γεννηθεί «το πόδι της χήνας» _ Ο τίτλος, τέλος,  σημαδιακός,  από έναν άλλον  πρωταγωνιστή, οπαδό του:  για να ξεκινήσεις για κάπου πρέπει πρώτα να φύγεις απ’ ότι σε κρατάει πίσω….

«Κινήσαμε για μακρινό ταξίδι…» 





εκεί ψηλά χόρευαν κάπως έτσι:





αυτός περίμενε κάτω κάπως έτσι:






Μια ζωή τους καλούσε να μένουν μαζί του ξύπνιοι όταν οι άλλοι κοιμούνται






Κι αυτός ήξερε καλά ότι όλα γύριζαν γύρω από το ίδιο πρόσωπο, ότι έβλεπαν, ότι αισθάνονταν, ότι τους μάγευε, ότι τους ξελόγιαζε, ήταν…






Και συνέχεια έμενε στις τελευταίες θέσεις γιατί δεν ήταν ακόμα η κατάλληλη στιγμή,…






Κι ήταν αυτός ακριβώς… ή τον δέχεσαι ή τον αφήνεις να συνεχίσει μόνος του … αποκλειστική διάζευξη δυστυχώς…










Και βέβαια και κάτω στην πλατεία αλλά και ψηλά στα ουράνια 
ήταν και παρέμενε μόνος, πολύ μόνος
Ατελείωτη μοναξιά…
Κι αυτό το σαξόφωνο
Σπαρακτικό και συνάμα περήφανο
Μελωδικό και ταυτόχρονα άγριο
















Κι ύστερα κατεβαίνοντας μόνος του σιγοψιθύριζε:








Ενώ λίγο πριν εκεί ψηλά τους φώναζε: Υπάρχουν δρόμοι στο σκοτάδι _ Μη με ακούς! Μονάχα Κοίτα!!!

















Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2015

Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Better Skies _ Papercut






We all have our choices
To move or stay
We’ve got to find our way
No matter what they say
Maybe it’s the wrong path
I know, it’s hard
But we’ll take it anyway
There’ll never be an easy way
It’s high time we moved to better skies
It’s time for us to realize
If destiny allows us
the chance to choose
There’s so much to win,
so little to lose
Blue skies are calling
Don’t be afraid
That every road you take
Will lead you to another mistake
Storms will be breaking
But we’ll find a way
To that place that we call home
It’s you and me alone
Over salted sea and flower fields
It’s high time we moved to better skies
It’s time for us to realize
If destiny allows us
the chance to choose
There’s so much to win,
so little to lose
Let the wind blow your fears away,
Away, far away
It’s high time we moved to better skies
It’s time for us to realize
If destiny allows us
the chance to choose
There’s so much to win,
so little to lose


Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

'' Να σταθώ στα πόδια μου '' Λεωνίδας Μπαλάφας - Γιώργος Νικηφόρου Ζερβάκης






Στίχοι: Λεωνίδας Μπαλάφας.
Μουσική: Λεωνίδας Μπαλάφας – Γιώργος Νικηφόρου Ζερβάκης


'' Μοιάζω με βομβαρδισμένο τοπίο
με ένα στιχάκι που είναι μουτζουρωμένο
στης ζωής το τελευταίο θρανίο
και με πουλί ξενιτεμένο...

Έχω πείσμα και γερό το στομάχι
σαν το Παύλο με την κάλπικη λύρα
την αγάπη που έχω δώσει δε πήρα
έτσι το θέλησε η μοίρα....

Άντε να σταθώ στα πόδια μου
μετά από τόσα χτυπήματα
έχω ξεχάσει τα βήματα
μα δε με παίρνει να πώ δε μπορώ
πρέπει να μπώ στο χορό...

Μες τον κόσμο μεγαλώνω τον άπονο
ποιός στ΄αλήθεια πέρνει αυτό που του αξίζει
δε το θέλω μα μου βγαίνει παράπονο
γιατι η ρόδα δε γυρίζει...''