«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Δευτέρα, 14 Απριλίου 2014

infinity








Στο δωμάτιο ήσυχοι γέροι περιφέρονται
μόλις γύρισαν από τον κυριακάτικο εκκλησιασμό
ρωτάνε κι απορούν
συσκέπτονται βλοσυροί πάνω απ’ το κιτάπι του χρόνου,
σίγουροι τον είχαν κατατάξει
σαν έπιπλο στο χώρο
ακίνητο χτυπημένο από το σαράκι

Μιλάνε σιγανά κάνουν συνειρμούς
προσθέσεις κι αφαιρέσεις
συχνά καλούν το μετρονόμο για επιβεβαίωση
Μετρούν τις μέρες
και ιδιαίτερα τις νύχτες
_ πάντα τους μπερδεύουν
Όλα ταιριάζουν με τα ληξιαρχικά αρχεία
τα πρέποντα της Δεξιάς του Κυρίου Στήλης

Μόνο αυτή η φωτιά στα μάτια
Αταξινόμητη και ταιριαστή σαν καταιγίδα

Μετρούν ξανά

Μα αυτά τα απείθαρχα νετρίνα
θαμμένα στο βυθό των ρολογιών
σκιτσάρουν ασταμάτητη ορμή


τηλεφωνούν σε ειδικούς
της κόψης να σκεπάσουν την αποκοτιά

λαμβάνουν οδηγίες
μυστικά γεμάτα τα περιοδικά ποικίλης ύλης

γλυπτό σε κλίση ξεδιάντροπα τους φτύνει
μα είναι δυνατόν;


Μ’ αρχαία μελάνη
ποτίζει τα τραγούδια 
Μ’ ωραία άρνηση
σμιλεύει τις εισόδους

ασταμάτητη φλέβα
Θρυμματίζει τον καθρέφτη
κόκκινη οπλή τερματίζει
την αμήχανη πηγή

η αναστροφή αυτονομείται

Κι όμορφα στέκει
πάνω στο σχοινί
με την αναμονή της θύελλας
ν’ ανθίζει στις ιαχές της πτώσης 

είναι εκεί

περιμένει στην τελευταία σειρά
και χαμογελάει αληθινά

οι φράξιες τ’ χουν χάσει


κι έτσι για μια μόνη φορά_ ξεκούμπωσε το παλτό 
κι είπε στο όνειρο
να μείνει…


σπίρτο σε ξερό αχυρώνα

λόγια; ή αληθινές καταιγίδες;
Θα δούμε είπε…
και άρχισε να κουρδίζει αντίστροφα


Κι ύστερα η γνώση γέμισε τη νύχτα
Κι η απόλυτη ανατροπή μέτρησε ανάποδα τα μίλια

-πόσες πτήσεις ξέρεις να κεντάς, λοιπόν
 σαν πρώτη φορά κι ας μην την αξιώθηκες ποτέ;  
-πόσες φορές _ εγώ που σε περνούσα φαντασμένο
 χωρίς αλκοόλ μπορείς και με μεθάς;  


και πρόλαβε
κι έγινε εφιάλτης

Κι είναι ακόμα εκεί
στο μπαλκόνι ξαπλωμένος
τα χέρια πίσω
τα πόδια σταυρωτά
κι ούτε ένα γιασεμί της Άνοιξης
δεν έχει χαραμίσει….

………………………………………………

Φτάσαμε λοιπόν...
e+50


















49-1=infinity


Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Διάφανα Κρίνα - "Έγινε η απώλεια συνήθειά μας"







Διάφανα Κρίνα - "Έγινε η απώλεια συνήθειά μας"




Γλείφω το οξύ απ΄ τις ρωγμές των χειλιών σου
και προσπαθώ να σου απαλύνω τον πόνο.
Τα χρόνια που περάσανε μ΄ αφήσανε μόνο
να ψάχνω την πνοή μου στον νεκρό εαυτό σου.

Ζητάω βοήθεια από ανήμπορα χέρια
που ριγούν στην αγάπη και τον τρόμο.
Πήρες λάθος τον δικό μου δρόμο
και ψάχνεις το φως μου σε σβησμένα αστέρια.

Η απουσία σου μ΄ εξουθενώνει
και δεν μπορώ να συνηθίσω.
Νιώθω να προχωράω μπροστά
μα πάντα φτάνω πίσω.
Κι αυτή η αλήθεια με σκοτώνει.

Σβήνω τα ίχνη από τα ψέματά μας
παραπατάω στη σιωπή.
Έγινε η απώλεια συνήθειά μας
κι ο έρωτας μια άρρωστη κραυγή.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2014

reserved










με πόση ελεημοσύνη να κοροϊδέψεις τις ενοχές
πόσα δάκρυα να γεμίσουν τ’ άδεια πιάτα




Απ’ το ελάχιστο
_ συγκρινόμενο με το άθλιο επίσημο όλο_
προτιμώ το τίποτα  








Παρασκευή, 21 Μαρτίου 2014

Βαδίζουν άηχα με σταυρωμένα χέρια, κυνηγημένοι κι απ' τις ίδιες τους τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.







Του Γιάννη Ρίτσου







Υπάρχουν πολλές διασταυρούμενες μοναξιές -λέει-
πάνω και κάτω
κι άλλες ανάμεσα' αλλιώτικες ή όμοιες, 
αναγκαστικές, επιβεβλημένες
ή σαν επιλεγμένες, σαν ελεύθερες-διασταυρούμενες πάντα.
 
Όμως, βαθιά, στο κέντρο, 
υπάρχει μόνον η μια μοναξιά-λέει'
μια κούφια πολιτεία, σχεδόν σφαιρική, 
χωρίς καθόλου
πολύχρωμες ηλεκτρικές ρεκλάμες, 
καταστήματα, μοτοσικλέτες,
μ' ένα λευκό, κενό, ομιχλώδες φως, 
διακοπτόμενο
από σπινθήρες αγνώστων σηματοδοτήσεων. 

Σ' αυτή την πόλη
κατοικούν από χρόνια οι ποιητές. 
Βαδίζουν άηχα με σταυρωμένα χέρια,  
θυμούνται αόριστα, λησμονημένα γεγονότα, λέξεις, τοπία,
ετούτοι οι παρηγορητές του κόσμου, 
οι πάντα απαρηγόρητοι, 
κυνηγημένοι
απ' τα σκυλιά, 

τους ανθρώπους, 
τους σκόρους, 
τα ποντίκια, 
τ' αστέρια,
κυνηγημένοι κι απ' τις ίδιες τους 

τις ειπωμένες ή ανείπωτες λέξεις.