«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Τετάρτη, 25 Μαΐου 2016

Το τραγούδι που χλευάζει την ελπίδα








(Θα αφήσω το απελπισμένο τραγούδι του Neruda… στην ομορφιά του και στην απελπισία του…)

Και θα γράψω κάτι άλλο….



Η καρδιά μου ζωσμένη κωνικές υπερβάσεις
Κι η Θάλασσα θαρραλέα αποκαλύπτει την ηλικία της

Ώρα να κλάψουμε για ένα ακόμα ναυάγιο;
Ώρα να φεύγουμε!

Συνεπαρμένος από τα ταξίδια
Απελευθερωμένος από τους κάβους

Ώρα να χαμογελάσουμε στην Αυγή
Ώρα να ονειρευτούμε

Μαγεμένος από τις Κορυφές
Ατρόμητος μπροστά στην Αλλαγή

Όλα τα βήματα στον έρωτα
Όλα τα θέλω στον πόθο

Μυστικός έφηβος παραφυλάει
Ασταμάτητος κι ασυμβίβαστος

Όλη η ενέργεια στο φως
Όλο το μέγεθος αναμετριέται με τις σκιές

Πρησμένες φλέβες ακούραστες
Μέλη τεντωμένα στην απόλαυση

Όλη η αλήθεια δίκαια μοιρασμένη
Όλη η έξαψη χυδαία φυλαγμένη

Ζωή διπλή στο τέλος
Άδικη μοιρασιά επιστρέφει την ανάγκη

Ζωή απλή στο φως
αποστρέφει το πρόσωπο στις σκιές
στους κρυψίνους 

Ώρα να ακούσουμε τη Θάλασσα
Ώρα να αισθανθούμε την ανατριχίλα

Απλοί κοινωνοί της Εικόνας μας
Μας επιστρέφουν άδολη αποδοχή
Μας επιστρέφουν βαθιά χαμόγελα

Ώρα να ακονίσουμε σπαθιά και λόγια
Ώρα να τραγουδήσουμε

Η Σάρκα δε λαθεύει
Το μαγικό νερό ανατρέπει

Ώρα να μοιράσουμε και να μοιραστούμε
Ώρα να δούμε τα χέρια μας παντού ν’ απλώνονται

Η Είσοδος εκπληκτική στην απροσπέλαστη μαγεία της
Η Αίσθηση ακινητοποιεί το Χρόνο

Ώρα να αναμετρηθούμε με τη φθορά
Ώρα να ξιφομαχήσουμε

Η Απλότητα στον κόμπο
Απέλπιδα προσπάθεια ξεθυμαίνει στο κενό

Ώρα να τρυγήσουμε μέλι
Ώρα να γευτούμε φιλί

Η παλιά συνήθεια αντιστέκεται
Όλα τα σπίτια χτίζουν ερείπια εμπόδια

Ώρα να λαμπαδιάσουμε το χτες
Ώρα να  κοιτάξουμε στα μάτια την εντροπία 

Η Νέα Γη γεμάτη ανατροπές και νεανικά λιμάνια
Ξεχνούν γρήγορα και συνηθίζουν

Ώρα να ανιχνεύσουμε τα όρια
Ώρα τα πεπερασμένα μας να γευτούν τ’ αθάνατο

Τα σχέδια τα οράματα και τα παχιά βιβλία
Χαμογελούν με φθόνο

Ώρα την ήττα τους να εννοήσουν
Ώρα την αντιστροφή να αισθανθούν

Τα κανονικοποιήμενα πρέπει
Εμβρόντητα φοβερίζουν

Ώρα να βγούμε στην επιφάνεια
Ώρα μαζί με τα πουλιά να λουστούμε στο φως


.............................................................................







......................................................................................................................

Υ.Γ. η πείνα η δίψα κι ο πόθος αντί να περιμένουν
τη μέρα της σύνθλιψης, είπαν σα ναρκωτικό να μουδιάσουν όλες τις μέρες κι όλες τις βρώμικες νύχτες ….
Να κατακτήσουν κάθε νευρώνα του εγκεφάλου
και ν’ αγκαλιάσουν κάθε χαμένη στύση

Αυτές να αφήσουν το στίγμα τους πάνω στην απώλεια
Πριν αυτή γίνει συνήθεια



Υ.Γ.2 
Οι φωτογραφίες από τα μαγικά κάδρα που μας χαρίζει ο κόλπος της Ηγουμενίτσας…. «το χαμόγελο μιας σαπισμένης πόλης…»



Τρίτη, 19 Απριλίου 2016

Για την πληγή μου…






Για την πληγή μου αρκεί ο ιδρώτας σου
Για την καταδίκη μου το πέταγμα σου
Τα τσιμεντένια πόδια μου ελευθέρωσαν
τη μαύρη τρύπα που φώλιαζε στο στήθος σου

Στην έξαψη κρύβονται τα νετρίνα
Φεύγεις με τη μυρωδιά της Άνοιξης να ξεχειλίζει
Νικιέσαι από συσκευές έλλειψης βαρύτητας
μυστικά δοκιμάζονται ερήμην σου

Στο βάθος του ωκεανού βρίσκει καθρέφτη
η θύελλα που σαν πεταλούδα έβαφε τα όνειρά σου
Κι οι άγκυρες τώρα οργώνουν όλα τα πρέπει
Χοντρό αλάτι ραντίζοντας τις μέρες

Άγρια σαν την αστραπή
Και οικεία σαν την ανατριχίλα
Σε γυροφέρνουν τα σύννεφα κι οι μουσικές

Κι ότι κρυμμένο σου έφερα μέσα σε κώδικες
Αιώνια τώρα θα σκίζει τον ουρανό
Και θα διακτινίζεται  στο πάντα και στο τώρα

Κι ότι αμόλυντο σε κέρασα γλυκό κυδώνι
Στυφό τώρα θα κρέμεται στο κάτω χείλος σου
Και θα ματώνει κάθε απόπειρα

Επίμονη σαν το βογγητό που βίαια φιμώνεται
Άφθαρτη σαν την Ακατέργαστη ήβη
Θα κεντάς την απόσταση με στίχους

Και κάθε που θα τρυγάς…
θα κλαις για την υπόσχεση
κι αχόρταγη σαν το διψασμένο χώμα
θα δίνεσαι με ενοχές και με τα φώτα σβηστά
νύχτες που θα τις ξερνάει θυμωμένα ο καθρέφτης σου

τώρα ακόμα …
Καταδεχτική σαν την ομίχλη
σκεπάζεις την υγρασία της Νύχτας
που τώρα έχει διπλασιαστεί
με στεγνές φωτογραφίες
κι όλες τις φωτιές που άκαιρα ξύπνησα
τώρα ξένων χέρια θα ζεσταίνουν

Μικρή σαν όνειρο
Θα περνάς γυμνή
από τη μια μεριά του Παραμυθιού στην άλλη
Κι όλη τη μαγική οργή που ανέταξα
στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα
μητριά αγκαλιά τώρα θα διαφεντεύει

κι όμως πρέπει να συνηθίσω
ότι τίποτα δεν είχα
ούτε έχω

κι όπως το φως αέναα να ταξιδεύω
χωρίς ηλικία ,
δίχως τόπο ,
πάνω από τον πόνο
πέρα από την κατοχή,
μακριά από τη σαγήνη

μόνο με την περόνη τραβηγμένη

στα σημάδια που σκάλισαν τα νύχια σου
πια να μην πιστεύω
και μόνο τις κωνικές μελωδίες να εμπιστεύομαι

δε θέλω άλλο να μιλώ
κι ούτε να φθείρομαι στων ωκεανών το μεγαλείο

θέλω μόνο να ξιφομαχώ ως το τέλος
χαρούμενος και  μακρινός
και με αναίδεια να περιμένω
ως την επόμενη στροφή, το κροτάλισμα των κλίσεων, 
τότε
που ξανά θα κλέψω μια τελευταία ζαριά…





Β.Κ.є [51,+∞)















Το τελευταίο video, αντίδωρο για το Natureboy...








Υ.Γ. Οι φωτογραφίες από τα μαγικά κάδρα που μας χαρίζει ο κόλπος της Ηγουμενίτσας…. «το χαμόγελο μιας σαπισμένης πόλης…»

Κυριακή, 27 Μαρτίου 2016

Είσαι μακριά…





(Βαδίζοντας στο σπίτι του Pablo Neruda...)



Είσαι μακριά…

Στο γωνιακό σπίτι συναντιούνται τα πέλαγα
Τα γραφτά σου γεμάτα με την αρμύρα τους
Στους τοίχους φιγούρες που λικνίζονται
πάνω σε πολύχρωμες μπαρέτες
Στην τρίπατη γέφυρα συναντιέμαι με τις λέξεις σου
Στη στενή σκάλα με τους υδρατμούς της έξαψης σου
Τα όνειρα σε παράλληλα επίπεδα φεγγίζουν το ξημέρωμα
Γύρω από το κρεβάτι σου γυμνές σκιές
ποτίζουν μ’ άγιο μύρο τα σεντόνια με τη λεπτή μνήμη 

Με άδεια χέρια συναντώ τον ορίζοντα

Στη VIna Del Mare τα καράβια εξακολουθούν
να φορτώνουν χιλιάνικο κρασί και παραμύθια…

……………………………………..
Είσαι μακριά…


Την νύχτα καθώς αποχαιρετώ
Την στέλνω να κατακλύσει τα όνειρα σου
Τόσο μακριά
Τόσο  παιδιάστικα κοντά

Τα μάτια σου θυμάμαι
Το λευκό τους φορτωμένο άγκυρες
Το καστανό τους γεμάτο χώμα κι αλάτι
Και τις φωνές σου φιμωμένες
καθώς θρυμμάτιζαν την πρέπουσα εικόνα σου
Τ’ απαγορευμένα λόγια πνιχτά κι ακατάληπτα
καθώς εξαργύρωναν χρόνων σιωπές και την ίδια στιγμή
ασφάλιζαν άλλα γραμμάτια επ’ ονόματι σου

μακάρια ησυχία τώρα στον κύκλο σου
κι ερωτηματικά αφήνεις αναπάντητα
συνυπάρχεις με όλες τις αρνήσεις σου
κι αφήνεις το είδωλο σου σε ξένους καθρέφτες

με βήματα μοναχικά ανοίγω δρόμο
μακάρια ησυχία κουρνιάζει στα κεραμίδια μου
στεντόρεια απουσία στη γειτονιά μου
ζω με την αλήθεια 
ζωσμένος τις Αρνήσεις σταυρωτά
κι όλους τους καθρέφτες μου σταματημένους
σα χαλασμένα ρολόγια

τώρα και για πάντα


κοιτάζω από το παράθυρο μου…
μια ήσυχη θάλασσα με συντροφεύει
μια άηχη μοναξιά με ξεσηκώνει
χαμογελώ μ’ ανυπομονησία
Αγία Κλίση με ξεγελά

Θέλω τα ψηλά κυπαρίσσια να κυρτώσουν το χρόνο
Και τα πρόστυχα όνειρα να καμπυλώσουν το φως
Θέλω οι αποστάσεις διπλές κι αυτές να αιχμαλωτιστούν
Κι απλώνοντας τα χέρια ν’ αγγίζουν τα φορτωμένα χείλη

Σ’ ένα γιγάντιο εκκρεμές να ταλαντώνομαι
Και μ’ ένα κλειδί να σου ανοίγω δρόμο
τώρα και πάντα


Έχεις ανεπίστρεπτα παρασυρθεί

Τώρα διαστέλλονται οι κόρες απ’ τα μάτια σου,
λευκοί γίγαντες που ανθίζουν
Οι άγριες φλέβες του αχόρταγες, σε μαγνητίζουν
κόκκινοι γίγαντες που σβήνουν
Θυμούνται, με το χτες δε συμβιβάζονται
δε συγχωρούν

Κι είναι κρίμα γιατί κανείς μας ως εδώ,
δεν είχε προλάβει(;)
Κι εσύ τώρα φεύγεις
κι εγώ τώρα εισέρχομαι

κι όμως είμαστε εδώ
ένα ζευγάρι όνειρα
ένα μάτσο αντίθετα πρέπει

είμαστε ζωντανοί
μέσα στα χαμένα όνειρα των άλλων


είμαστε Υπαρκτοί
μέσα στην ακίνητη ανυπαρξία τους

Ακούραστα βαδίζω μόνος

Το φως της Άνοιξης σας… περιπλέκεται
με το σκοτάδι της ανυπέρβλητης ανυπαρξίας μου
και τα πρέπει σας,  χάρτινα διαλύονται
τώρα και πάντα

στα τέσσερα σημεία της παλέτας μου
αιχμάλωτο το κορμί σου σφαδάζει
τα χείλη σου μαγκωμένα από το χτες σιωπούν
το μυαλό σου φοβάται να προσαρμοστεί
κουβαλάει όλα τα θλιμμένα πρόσωπα των πρέπει
όμως, 
αδύναμες, υποκλίνονται όλες οι αισθήσεις
κι ανήμπορες υποτάσσονται

Θα ζήσεις Γυναίκα
Μ’ αυτήν την αλήθεια

σιδερένια φτερά σε κρατούν ώρες μακριά
για πόσο ακόμα;
σιδερένια τείχη αιώνες μπροστά και πίσω
σε εμποδίζουν
με ποιο τίμημα;
ρεβάνς ζητούν
κι ο χρόνος σύμμαχος

κι απ’ την άλλη μόνο εγώ
μόνο εδώ
μόνο τώρα
με το χρόνο κόντρα

κι όμως είμαι εδώ χωρίς κανέναν λόγο
χωρίς καμία ελπίδα
χωρίς ούτε ένα δικό μου Αύριο
μόνο με μια περόνη τραβηγμένη…
Τριγυρνώ χαρούμενος σε ξένες πόλεις

Ατενίζω το πέλαγο και μπορώ αντίθετα να βαδίζω

να ζω και να τρυγώ
να μοιράζομαι  και να τραγουδώ
αλήτης πάντα στον καιρό
να αφήνω σημάδια ανεξίτηλα
λέξεις φωτιά κι επικίνδυνα φιλιά

Σχεδιάζω ξύλινες σκάλες μ’ απίθανες λεπτομέρειες
ετοιμάζω καινούργια γέννα
με σπέρμα άγριο κι ανυπότακτο_

το φως που θα γεννηθεί,
στους αιώνες θα ξορκίζει τη φθορά
μέσα από την καινούργια γύρη
θα νικά και θα καρφώνει ψηλά
παντιέρα Αριστερή κι Αγία
την Απόλαυση και την Καθημερινή Χαρά….


και το Αύριο;
Αυτό που με τόσο κόπο ονειρεύτηκες
Είναι αντιμέτωπο τώρα
Με την Απόλαυση
Είναι εκτεθειμένο τώρα στην Έξαψη

Είναι ηττημένο τώρα απ’ την Ανάγκη

Και δε φτάνει η λήθη
Δεν αρκεί η φυγή
Δεν μπορεί τη σιωπή


μπροστά σε όλους
με αυθάδεια κι όνειρο
ξεχειλίζουμε το ποτήρι
τεντώνουμε αυτιά και σεντόνια
μεθάμε ξύπνιοι
μ’ όλες τις αισθήσεις ανθισμένες

Αναζητούμε Παράγουσα του Χρόνου
Αμείλικτος αρνείται
Υπολογίζουμε Παράγωγο του Πόθου
Ασταμάτητος ηγείται

Επιβεβαιώνουμε την Αρχή της Καλής Διάταξης
Supremum η απόλαυση
τ’ άλλα άνω φράγματα παραμερίζονται

Παραγωγίζουμε την τάση
χωρίς διαστάσεις πάλλεται
Ανιχνεύουμε τα όρια
νέες απροσδιόριστες μορφές
υποτάσσονται στη βεβαιότητα ύπαρξης

Επαναδιατυπώνουμε τα Θεωρήματα
Λόγια και προτάσεις αποκτούν νέες διαστάσεις
Ολοκληρώνουμε το Χώρο
επικαμπύλια αναζητώντας ισοδύναμα


μια μαγική αλλαγή μεταβλητής
στης θύελλας την ακούραστη τη Μηχανή
 

Κερνάμε καλοκαίρια στο διάβα μας
με διαμερίσεις κοινωνούμε τη Χαρά….
Οι πολικές μας συντεταγμένες άγνωστες
Απρόβλεπτες οι Αστροφεγγιές της Άνοιξης
Οι έγνοιες τους μας συντροφεύουν

Όλοι οι πεινασμένοι περιμένουν
θεσπέσιο καρπό απ’ τα ασύμβατα σύμπαντα
Όλοι να γευτούν μαύρο κρασί
Με τη στυφή μελωδία της παλαιότητας
Ψωμί με αλάτι απ τα μάτια μας
Βάλσαμο πάνω στις πληγές τους

κουρδίζουμε τα ρολόγια μας
συγχρονίζουμε τα βήματα μας

τώρα είναι η ώρα!
…………………………………………………