«Δεν μπορώ να βρω ησυχία

που την ψυχή μου κτήμα έχει!

Δεν μπορώ στην ηρεμία!!

Διαρκώς να προχωράω πρέπει!!!»

Karl Marx....

Παρασκευή, 24 Απριλίου 2009

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ.100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ



της Λουκίας Μοναστηριώτου



«Το ποίημά σου το πικρό, το ζουν ιχώρ κι αιθέρας,
Καθάριος όρθρος της αυγής , μηνάει το φως της μέρας.
Σε μια φρικίαση τραγική χαμογελάει μιας πλάσης
Ρυθμός . Παραμερίζουμε, ποιητή, για να περάσεις».

Μ’ αυτό το τετράστιχο το 1937 ο Κωστής Παλαμάς χαιρέτησε το Γιάννη Ρίτσο και με τρόπο τόσο συγκινητικά ανεπανάληπτο για έναν νέο ποιητή, από έναν ήδη πνευματικό ηγέτη της εποχής, «Παραμερίζουμε ποιητή για να περάσεις».


Ο Γιάννης Ρίτσος από τότε και μέχρι τα τελευταία χρόνια πριν το θάνατό του, παρακολούθησε την πορεία του τόπου του και του λαού του συγχρονίζοντας το βήμα του κι έμεινε όρθιος, αλύγιστος και ασυμβίβαστος.
Η ποίησή του πέρασε από νωρίς πέρα από τα καθιερωμένα σχήματα που χρησιμοποίησαν και τραγούδησαν οι προγενέστεροι. Από τη νεότητά του ανακάλυψε τη φιλοσοφία του διαλεκτικού υλισμού που του στάθηκε σημαντικός συντελεστής, αφού γονιμοποίησε νέα μορφολογικά στοιχεία και νέες ιδέες που τις μετουσίωσε στην τέχνη του.

Ανέβασε την τέχνη και τον ποιητικό προβληματισμό σε νέες περιοχές και όχι μόνο στον ελληνικό χώρο αλλά το όνομά του πήρε θέση και παραλληλίζεται με τα μεγάλα ονόματα της ποίησης, σε όλο τον κόσμο στη σύγχρονη εποχή.

Έδωσε στην τέχνη νέο ρίγος, νέο ρυθμό και μιαν άλλη αποστολή. Τραγούδησε τη σύγχρονη ζωή, αφού αποδέχθηκε τις προηγούμενες αξίες, τις αναπαράστησε, τις τροποποίησε και δημιούργησε νέες, που τις επέβαλε στην πνευματική ζωή του τόπου και απ’ αυτό αναδείχτηκε σαν ένας που προηγείται και κατευθύνει την εποχή του.
Ο Ρίτσος ενσωματώθηκε με το εργατικό στοιχείο και με όλες τις λαϊκές ζωντανές παραδόσεις ,όπως θρύλοι και ηρωισμοί, αρχαίος πνευματικός πολιτισμός, ήχοι από το δημοτικό τραγούδι και φιλολογική κληρονομιά, που έμειναν ζωντανά στη φαντασία του λαού.
Πάνω απ’ όλα όμως υπήρξε ο αδιάψευστος μάρτυρας της δικής του εποχής. Συνταιριάζοντας τα βήματά του με το λαϊκό κίνημα, βίωσε και περιέγραψε τις περιπέτειες της Ελλάδας τις περισσότερες από τις 10ετίες του περασμένου αιώνα.

«Με επηρέασαν τα πάντα…Γιατί όπως κάθε καλλιτέχνης, έτσι κι εγώ, είχα μια τεράστια αδηφαγία. Ο ποιητής είναι ένας τρομερός δέκτης, τρομερά ευαίσθητος, που απορροφά δυνάμεις από παντού και το θεωρεί κάτι πολύ δικό του…Εγώ, άξαφνα, χρωστώ ευγνωμοσύνη κάποτε ακόμα και στους αντιπάλους μου, στους εχθρούς μου, που με το να με εξορίσουν, να με φυλακίσουν, έζησα πάρα πολλά πράγματα, που δε μπορούσα να διανοηθώ, που δε μπορούσε να συλλάβει η φαντασία μου.»
(Από την κουβέντα του με δημοσιογράφους του «Ριζοσπάστη»).

Πραγματικά ο Γιάννης Ρίτσος δε σώπασε ποτέ. Δεν προτίμησε τον εύκολο δρόμο του συμβιβασμού, αλλά διάλεξε το δύσβατο μονοπάτι της τόλμης και της αλήθειας. Τον αστείρευτο ποιητικό του λόγο, τον χρησιμοποίησε ενάντια στην αδικία, την βία και τον καταναγκασμό. Την παγκόσμια αναγνώρισή του δεν τη χρωστάει μόνο στο μελάνι της πένας του, αλλά την κέρδισε και μέσα από τις δοκιμασίες του. Το κράτος του σκοταδισμού απαγόρευε κι έκαιγε τα βιβλία του, αλλά του είχε αποδώσει μιαν υπέρτατη τιμή: Τον είχε στείλει ατέλειωτα χρόνια στην εξορία.

"Καθόλου δε νιώθουμε πιο κάτου,
Μήτε χαμηλώνουμε τα μάτια.
Μόνες περγαμηνές μας: τρεις λέξεις
Μακρόνησος, Γυάρος και Λέρος.
Κι αν αδέξιοι μια μέρα σας φανούν
Οι στίχοι μας, θυμηθείτε μονάχα
Πως γραφτήκαν
Κάτου απ’ τη μύτη των φρουρών
Και με τη λόγχη πάντα στο πλευρό μας."



«Διψάσαμε πολύ.
Πολύ πεινάσαμε.
Πολύ πονέσαμε.
Δεν το πιστεύαμε ποτέ
Νάναι τόσο σκληροί οι άνθρωποι.
Δεν το πιστεύαμε ποτέ
Νάχει τόση αντοχή η καρδιά μας.
Μ’ ένα κομμάτι θάνατο στην τσέπη μας-αξούριστοι.
Διψάσαμε πολύ,
Δουλεύοντας ολημερίς την πέτρα.
Κάτου από τη δίψα μας
Είναι οι ρίζες του Κόσμου.


Ποιητής ήταν κι όταν δεν έγραφε αλλά παρατηρούσε τα πάντα, προσπαθώντας να αιχμαλωτίσει τη στιγμή σαν αληθινός καλλιτέχνης.

« το πιο βαρύ φορτίο είναι το φως που δεν μπορούμε να δώσουμε».


ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΤΙΣΤΑΣΗΣ


«Το αληθινό μπόι του ανθρώπου, μετριέται με το μέτρο της λευτεριάς».

Τα τραγικά γεγονότα της περιόδου 1940-1944, φέρνουν τον ποιητή στο κύριο θέμα του: στον ηρωισμό και στα βάσανα του λαού.


Η εκστρατεία του χειμώνα στην Αλβανία, όπου ένας λαός στερημένος τα πάντα, αυτοσχεδίασε την πρώτη ευρωπαϊκή νίκη κατά του φασισμού, η γερμανική επέμβαση τον Απρίλη του 1941, η Κατοχή και η Αντίσταση του Ελληνικού λαού κατά των κατακτητών και των ντόπιων συνεργατών τους, δίνουν στο Ρίτσο το υλικό για να γράψει, να συμπαρασταθεί, να υμνήσει. Το έργο του γίνεται εκμυστήρευση, ψιθύρισμα, βοή. Γίνεται υπόκωφο χρονικό του καιρού στις παρυφές των γεγονότων, που υπογραμμίζει τις σιωπές τους, τις παύσεις τους, τη σκοτεινή πορεία τους. Είναι μια αφήγηση πιο πιστή από την αφήγηση του ιστορικού στο μέτρο που μας αποκαθιστά τις μυστικές αναλογίες που συνδέουν τα διάφορα επίπεδα της ίδιας ιστορικής πραγματικότητας.

«Η τελευταία προ Ανθρώπου εκατονταετία» είναι ένα χρονικό, χωρίς προσδιορισμό τόπων και ονομάτων. Οι άνθρωποι αυτοί που μπαίνουν και βγαίνουν σαν φαντάσματα, που δε λένε ποτέ τ’ όνομά τους που περπατάνε σκυφτά, είναι αυτοί, οι μαχητές της Αλβανίας, οι πρωτοπόροι, αυτοί που σήκωσαν στους ώμους τους το βάρος της ιστορίας.

«Είχαν βαδίσει μήνες και μήνες πάνου σε άγνωστες πέτρες
Πάνου στο χιόνι μαζί με τις ελιές τους και τ’ αμπέλια τους
Άλλος άφησε κει πάνου ένα πόδι, άλλος ένα χέρι
Άλλος ένα μεγάλο κομμάτι απ’ τη ψυχή του,
Καθένας μ’ έναν ή πιότερους νεκρούς
Ύστερα γύρισαν με τις πληγές και τα κρυοπαγήματα».


Ο Ρίτσος, παίρνοντας ο ίδιος προσωπικά μέρος στις περιπέτειες της πατρίδας του και του λαού του κι έχοντας «πάντα ανοιχτά, πάντ’ άγρυπνα τα μάτια της ψυχής του», αποθησαύρισε όλον εκείνο τον πλούτο των βιωμάτων που εξωτερικεύτηκαν στα έργα του. Η ποιητική συλλογή «Αγρύπνια» εκφράζει όλες τις σκέψεις και τους στοχασμούς του ποιητή για την περίοδο εκείνη. Τρεις εικόνες, τρεις λέξεις κυριαρχούν στο ποίημα: εγκαρτέρηση, ηρωισμός, ελπίδα και πάνω απ’ όλα η απόφαση του λαού να νικήσει.


«Εμείς, που μας τα πήραν όλα,
Εμείς που δεν έχουμε τίποτα να φυλάξουμε
Εμείς θα φυλάξουμε την αγάπη μας
Εμείς σαν παγωμένοι φρουροί μες τη νύχτα
Θα φυλάξουμε τον κόσμο.»


Ακολουθεί η Συλλογή «Δοκιμασία», που, όπως επισημαίνει και ο τίτλος είναι το μεταίχμιο της αντοχής. Στα τελευταία ποιήματα της
«Δοκιμασίας» ο ποιητής δείχνει τη θέληση για δράση. Σύμβολο αυτής της θέλησης είναι ο Άνεμος.


«Ο άνεμος σε φωνάζει. Δε μπορείς να του ξεφύγεις
Ένα ναι ή ένα όχι. Δε χωράει ανάμεσα
Έβγα γυμνός στον άνεμο
Χρειάζεται μια πιο γερή φωνή να τον αποστομώσει
Χρειάζονται χιλιάδες σάλπιγγες μαζί
Χιλιάδες στόματα μαζί, για να τον πούνε
Αυτόν τον άνεμο.»


Η ποίηση αυτή έχει έντονο ελληνικό χρώμα και αντιπροσωπεύει τους δύο βασικούς άξονες εναρμονισμένους: το γεωγραφικό τοπίο και το ψυχικό τοπίο της εποχής , τη στιγμή που όλοι αγωνίζονται για τη Λευτεριά.

"Ζωγραφισμένοι στόχοι με λουλούδια….
……………………………………………
Ο κόσμος όλος σα φωταγωγημένο σκοπευτήριο
Την ώρα που βραδιάζει.
Συνωστισμός, φωνές, η νίκη—αρπάζουν το τουφέκι τους
Ρίχνονται στη φωτιά τραγουδώντας
Πρώτο συλλάβισμα—μια συλλαβή, δυο συλλαβές,
Μια λέξη: Λευτεριά".


Οι στίχοι αυτοί είναι μια παρότρυνση γι’ αγώνα, αλλά και ο προάγγελος της νίκης. Είναι ποίηση ψυχικής ανάτασης, ακόμα κι εκεί που μιλάει για θάνατο

"Ο ήλιος εκλαϊκεύει τη χαρά του, έξω από τις πόρτες.
Δεν είναι θάνατος. Δεν είναι. Είναι δικό μας το τραγούδι.
Είναι δικό μας τούτο το σπαθί
Που ξεφλουδίζει σαν καρπό τον ήλιο από τα σύγνεφα."


Πάρα πολλά τα ποιήματα του Ρίτσου έχουν θέμα την εποποιία της Κατοχής και την Αντίσταση. Είναι αυτός που μπόρεσε να γίνει ο υμνητής και θρηνωδός των παλικαριών της Αντίστασης, που σηκώθηκε τόσο ψηλά για να δει τις «γειτονιές του κόσμου», που απόκτησε αυτί για να ακούσει «τον πόνο του ανθρώπου», που απόκτησε μάτι για να συλλάβει τις «διαστάσεις» της ανθρώπινης μοίρας, που είχε μεγαλείο ψυχής και ιστορική μνήμη για να συλλάβει και να τραγουδήσει τη μοίρα της «Ρωμιοσύνης» και την «Αγρύπνια» για να μετράει τα χτυποκάρδια της οικουμένης.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗΣ

Η «Ρωμιοσύνη» γραμμένη την περίοδο 1945-1947, είναι μια μεγάλη επικολυρική σύνθεση, που μαζί με την «Κυρά των αμπελιών», εντάχθηκε στην ευρύτερη σύνθεση «Αγρύπνια».
Ουσιαστικά ο τίτλος του ποιήματος είναι αμετάφραστος. Ο ίδιος ο λαός σαν να επισκοπεί την ιστορία του, τα περασμένα και τα σημερινά, τα ήθη του, τα πιο αδρά χαρακτηριστικά της εθνικής του πείρας και ιδιοσυγκρασίας. Η λέξη αυτή έχει γράψει ιστορία παράλληλη με την εθνική και στεγάζει ό,τι πιο σημαντικό έχει κατά καιρούς ειπωθεί για την τόσο παλιά ελληνική περιπέτεια από χείλη πεπειραμένα και έγκυρα. Ο ποιητής εκφράζει και όλη την πίκρα του για τη δοκιμασία του λαού κατά τον εμφύλιο, για τις προδοσίες, τις διώξεις, τις καταστροφές, το θάνατο.


Η «Ρωμιοσύνη» είναι ένα τραγούδι σκληρό, ανελέητο, τραγούδι υπερηφάνειας κι αγάπης για την ελληνική γη. Το ποίημα συγκεντρώνεται έντονα σε μια συγκεκριμένη ιστορική κατάσταση, αλλά ξανοίγεται κατακόρυφα σε απώτερες προσεγγίσεις του ελληνικού παρελθόντος.


Η δημοτική φαντασία του Ρίτσου και η δυναμική γλώσσα, που την εκφράζει, αποκαλύπτει ένα μνημονικό χρόνο μέσα στον οποίο όλες οι «εποχές» της ελληνικής ιστορίας είναι παρούσες. Στο χρόνο αυτό τα κομμάτια του καιρού, τα θραύσματα της ελληνικής ιστορίας—η εικόνα των κλεφτών της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης, των Ακριτών φρουρών των Βυζαντινών συνόρων και πριν απ’ αυτούς των Ομηρικών πολεμιστών—αναδύονται μέσα από μια υποσυνείδητη φυλετική μήτρα, επιτυγχάνοντας την ταύτιση και τη συνέχεια με τη σύγχρονη εικόνα των αγωνιστών της Κατοχής και της Αντίστασης. Έτσι η «Ρωμιοσύνη» είναι η παρουσία της συνεχιζόμενης Ελληνικότητας. Είναι αναγκαία για την ίδια τη ζωή του νεότερου Έλληνα, είναι το στοιχείο, που δίχως αυτό εξ ορισμού ο «Ρωμιός» δε μπορεί να υπάρξει.
Γι’ αυτό ο σύγχρονος ναύτης «πίνει πικροθάλασσα στην κούπα του Οδυσσέα» ή οι πολεμιστές «στ’ αλώνια τα ίδια αντάμωσαν το Διγενή».Εξελικτικά σαν το ιερατικό αίσθημα του απόλυτα αναγκαίου περίγυρου που την έχει γεννήσει εμφανίζεται η μορφή της Παναγίας που «πλαγιάζει στις μυρτιές με τη φαρδιά της φούστα λεκιασμένη απ’ τα σταφύλια». Και η Ελληνίδα μάνα όταν ρωτάει ο ποιητής «πόσο θα στύψει ακόμα η μάνα την καρδιά της, πάνω απ’ τα εφτά σφαγμένα παλικάρια της».

Είναι πάλι η ίδια γυναικεία μορφή, η Παναγία, η μάνα όλες οι μητέρες, αρχαίες και νεότερες, που γνώρισαν κι αυτές τον πόνο της μυθικής Νιόβης. Κι αυτή η αρχέτυπη γυναικεία φιγούρα αποκορυφώνεται στην τρομερή επίκληση από τον ποιητή στην Κυρά να κάνει τη γη να καρπίσει. Μετά γίνεται η Γοργόνα του Μεγαλέξαντρου, η Βυζαντινή Παναγιά, που η εικόνα της έχει δύναμη να θεραπεύει. Γίνεται η Ορφική Μητέρα Γη, η πολεμόχαρη θεά Αθηνά και η «Ελευθερία» του Ύμνου του Σολωμού για να καταλήξει στην Περσεφόνη και στη Δήμητρα που μοιράζονται την ανάσταση και τη γονιμότητα της γης.

Ο Ρίτσος ήθελε να είναι ,ήταν και θα είναι (γιατί τα έργα του τον κάνουν αθάνατο) πρώτα απ’ όλα «Ρωμιός». Έτσι η «Ρωμιοσύνη» η μεγάλη του περηφάνια και αγάπη για τους συγχρόνους του που υπέφεραν μαζί του για τη γη τους και την ιστορία της, είναι σαν τη ρωμιοσύνη των ανθρώπων που εξυμνεί.


Η «Ρωμιοσύνη» μελοποιημένη από το Μίκη Θεοδωράκη συγκινεί βαθύτατα. Ο συνδυασμός αυτός—μουσικής και ποίησης—δημιούργησε ένα αριστούργημα του είδους, κάτι ανάμεσα στο πολεμικό τραγούδι και στους επικήδειους θρήνους ή μοιρολόγια, που τραγουδάνε οι γυναίκες στις κηδείες, στην ελληνική ύπαιθρο.
Το έργο πραγματοποιεί την ευχή που είχε διατυπώσει ο συνθέτης από το καλοκαίρι του 1959: «Το ελαφρό τραγούδι μας υποχρεώνει να ξεχάσουμε, το λαϊκό τραγούδι μας υποχρεώνει να θυμόμαστε».
«Κι αυτή τη μνήμη του λαού μου» λέει και ο ποιητής «θέλησα να ξυπνήσω και σ’ αυτήν αφιέρωσα όλες μου τις προσπάθειες».
Γι΄αυτό η κραυγή του Ρίτσου ξεπέρασε προ πολλού όλα τα όρια που μπορεί να χαράζει ο άνθρωπος και απευθύνεται στον άνθρωπο όχι σαν μια λειτουργική μονάδα ενός συστήματος αλλά στον άνθρωπο μέσα στον κόσμο. Η ποίησή του δείχνει ποιος είναι ο δρόμος της Ποίησης που είναι στην υπηρεσία του ανθρώπου. Η ποίησή του φέρνει στην ανθρωπότητα την ελπίδα, το χαμόγελο, το θεμελιωμένο στη βεβαιότητα για τη νίκη του καλού, το αίσθημα της αισιοδοξίας και της ανάτασης. Είναι ποίηση εμπνευσμένη από το λαό και προορίζεται για το λαό. Έτσι μπορούμε αδίσταχτα να πούμε πως ο Γιάννης Ρίτσος δεν είναι απλά ο ποιητής του λαού αλλά είναι ο μεγάλος, ο ακατανίκητος, ο αθάνατος Λαός—Ποιητής και η ποίησή του μπορεί να χαρακτηριστεί σαν «περίληψη της αιωνιότητας».
…………………………………………………………


Μερικά στοιχεία ακόμη για το Γιάννη Ρίτσο:

Το συγγραφικό και ιδιαίτερα το ποιητικό έργο του Ρίτσου είναι τεράστιο σε έκταση και ανυπέρβλητο σε ποιότητα.
Άρχισε να δημοσιεύει ποιήματα από το 1933 και θεωρείται ένας από τους πολυγραφότερους ποιητές του 20ου αιώνα.(Ποιήματα, Συλλογές, Θεατρικά, Μεταφράσεις, Ταξιδιωτικά, Πεζά αλλά και Σκίτσα και Εικαστικά).
Για το έργο του πήρε πολλές τιμητικές διακρίσεις και δέχτηκε την ελληνική και την παγκόσμια αναγνώριση:( Βραβείο «Λένιν» για την Ειρήνη και τη Φιλία των λαών, Διεθνές Βραβείο «Γκεόργκι Δημητρώφ», Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης, , Βραβείο «Ποιητής Διεθνούς Ειρήνης» του ΟΗΕ κ.λ.π.).


Γίνεται μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και μέλος της Ακαδημίας Λογοτεχνών και Επιστημών Maihz της Δυτικής Γερμανίας. Αναγορεύεται επίτιμος διδάκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, επίτιμος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Μπέρμιγχαμ της Αγγλίας και του Πανεπιστημίου Καρλ Μαρξ της Λειψίας ενώ του απονεμήθηκαν μετάλλια όπως το μετάλλιο Ειρήνης «Γρηγόρης Λαμπράκης», το μετάλλιο «Ζολιό—Κιουρί» κ.λ.π.


Ο Γιάννης Ρίτσος από το 1927 έρχεται σε επαφή με αριστερούς και στελέχη του ΚΚΕ . Το 1934 έγινε μέλος του ΚΚΕ και το υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή, δηλώνοντας πάντα παρών, υπηρετώντας όσο ελάχιστοι την υπόθεση της Εργατικής Τάξης, παίρνοντας ο ίδιος μέρος σε όλους τους αγώνες της, που τους τραγούδησε όχι για να ξεχωρίσει αλλά για να σμίξει τον κόσμο:


«Εμείς δεν τραγουδάμε για να ξεχωρίσουμε
Αδελφέ μου, από τον κόσμο
Εμείς τραγουδάμε για να
Σμίξουμε τον κόσμο».
…………………………………………………………………………


Παραθέτω ένα ποίημα του Γιάννη Ρίτσου, από τα τελευταία του, όπου φαίνεται η σεμνότητα και η ακεραιότητά του, η μέγιστη ηρεμία του ανθρώπου, που σ’ όλη του τη ζωή προσπάθησε να προσφέρει, όσα περισσότερα μπορούσε, με όποιον τρόπο, αλλά επίσης φαίνεται η συμφιλίωση που είχε με την ιδέα του θανάτου σαν πραγματικός υλιστής.




Επιλογικό

Να με θυμόσαστε—είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
Χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
Για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτέ μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου
Το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος. Μ’ ένα κρινάκι
Του αγρού
Τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.
Να με θυμάστε.
Και συχωράτε μου αυτή την τελευταία μου θλίψη:
Θα’ θελα
Ακόμη μια φορά με το λεπτό δρεπανάκι του φεγγαριού
Να θερίσω
Ένα ώριμο στάχυ. Να σταθώ στο κατώφλι, να κοιτάω
Και να μασώ σπειρί σπειρί το στάρι με τα
Μπροστινά μου δόντια
Θαυμάζοντας κι ευλογώντας τούτον τον
Κόσμο που αφήνω
Θαυμάζοντας κι Εκείνον που ανεβαίνει το λόφο
Στο πάγχρυσο λιόγερμα. Δέστε:
Στο αριστερό μανήκι του έχει ένα πορφυρό
Τετράγωνο μπάλωμα. Αυτό δεν διακρίνεται
Πολύ καθαρά.
Κι ήθελα αυτό προ πάντων να σας δείξω.
Κι ίσως γι’ αυτό προ πάντων θ’ άξιζε
Να με θυμάστε.

Καρλόβασι 30.VII.87




..........................................................................

Δείτε κι αυτά, τα ξεχωριστά:


http://lykeio6o.blogspot.com/2009/04/blog-post_28.html

http://xrysomyga.blogspot.com/2009/04/blog-post_28.html

http://www10lykeiopeiraia.blogspot.com/2009/04/blog-post_28.html

http://afiseme.blogspot.com/

http://side21.blogspot.com/2009/04/100.html



Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

Ντόρτια


Πατέρα δε σου μίλησα ποτέ
Μια Σιωπή μακριά
Και μια μεγάλη αγκαλιά
Σου στέλνω σήμερα
να θυμηθείς
την πρώτη φορά που
με αντίκρισες

Με δύο τεσσάρια φορτωμένα
Κόκκινα, χρυσά
Ντόρτια «χτυπημένα»;
Ανάποδη ζαριά;
Μια Μελωδία μοιρασιά

πατέρας πια κι εγώ
μεγάλος που
Δεν έβαλε μυαλό
Θεριό ανήμερο
Μαχαίρι κοφτερό
………………………………………………………………………………………
Πατέρα δε σου μίλησα ποτέ
Γιατί δεν άντεχες
Χαρτιά και παραμύθια
ποτέ δε μ’ έμαθες
Μόνο βιβλία μου δειχνες
Και κορυφές

Αντάρτες προδότες και ληστές


Πατέρα Ζω
Κόντρα Αντίθετα. όπως μου ‘δειξες
Με παραβάσεις ιερές
Προδοσίες κι Υπερβάσεις
Με αδύνατες εκτάσεις
Και στιγμιαίες ανατάσεις
Με παραβιάσεις δυνατές
Με δίψα ακόρεστη
που με κάνει και πετώ
Πατέρα Ζω

Αγγέλους στέλνω
κρυμμένους στα μάτια μου
βαθιά
Τα χέρια σου, να σκύψουν να φιλήσουν
Να δεις αγάπη κι έννοια
Μέσα στη νύχτα που τρυγώ
Ασύλληπτη κι ακατάληπτη λατρεία
Φυλαγμένη στον καιρό


Πατέρα Ζω
Μέσα απ’ τη φωτιά ξυστά περνώ
με το θεριό χτυπιέμαι
Πάνω από βάσεις
Ζαριές και καθημερινές συμβάσεις
Πληρώνω και χρεώνω
Στιγμές και υπερβάσεις

Πατέρα ζω
Μ’ Ένα γραμμάτιο ακόμα
Στην καρδιά σφιχτά ραμμένο
Χρυσό μου φυλαχτό και κομποσκοίνι
Κόκκινη φωτιά δεμένο
κεντρώνω κάθε μέρα
Κόμπο κόμπο, να γίνει
Θύελλα μαύρη
να φουντώσει, Άνοιξη
να ‘ρθει και να μείνει

Πατέρα ζω
Στα αποκαΐδια μέσα, σπέρνω
λουλούδι, μύθο και χαρά
τη μάντρα να αλώσει
την εξορία να πεισμώσει
και να σβήσει
μέλι κι αίμα της οργής, μεθώ
η δίψα με παίρνει αγκαλιά
και περπατώ

Πατέρα ζω
μέσα στους ανεβασμένους σου σφυγμούς
τους ατέλειωτους εγωισμούς
την ύπουλη κολπική μαρμαρυγή
και την κοκέτα σου την ιερή

μέσα στην έννοια σου
πάνω στη χτένα σου
στην άκρη
απ’ το λεπτό μουστάκι σου
μια ζωή με ρίσκο κρεμασμένος
απ’ το μπλέ σου, 22 αντινικότ σημαδεμένος

μπροστά στα μάτια μου περνάς
στητός περήφανος
στο μαύρο σου κοστούμι
πρίγκιπας ξεχωριστός
σε βλέπω
ανηφορίζεις με το κόκκινο Bismark
έτοιμος
τη λάγνα νύχτα τους
να συναρπάσεις
την banka τους την άτιμη
στον αέρα να τινάξεις

Κι είμαι εκεί
όταν φωνάζεις
όταν με την ΑΕΚ μας τα βάζεις
όταν επιτίθεσαι
όταν εκτίθεσαι

είμαι εκεί

κάθε φορά που σ’ ακούω να μαλώνεις
να θυμώνεις
να μην αλλάζεις
κι όσο σε βλέπω να μεγαλώνεις
τόσο πιο δυνατά φωνάζω

Πατέρα ζω

χωρίς παραίτηση
χωρίς αθέτηση
χωρίς συμβιβασμό
μόνο μ’ αντάρα
και περιούσιο καημό

είμαι εκεί
και χαμογελώ
όταν σε βλέπω,
λεβέντης πάντα,
να μη γερνάς
να μη μιλάς
βαρύς σκληρός
ξένος κι εσύ
ξένος κι εγώ
……………………………………………………………
ξέρω ότι σε πόνεσα βαθιά,
γιατί ήξερες

και ξέρω πάλι
ότι θα ησύχαζες γλυκά,
αν ήξερες

όμως Πατέρα
δεν ήθελα από συνήθεια να ζω,…

σημάδεψες την κορυφή
την πάλεψα
την πέρασα;
την κέρασα;
την έχασα
την έζησα

Και Νέος έφτασα ως εδώ
Άντεξα όπως εσύ

Αντάρτης
Άτρωτος
Δικός σου γιος
Παντοτινός και Πόνος,…
.......................................................



«τη φυλακή μου δε θα συνηθίσω,…»
........................................................
φωτογραφία: ΦΩΤΟ ΚΡΥΣΤΑΛ του Αείμνηστου Νίκου Γεωργιάδη, στην Αμαλιάδα,









Τρίτη, 7 Απριλίου 2009

Πυξίδα







Οι εφιάλτες πρόθυμοι κείτονται
Έχουν οπλές φονιάδες
Δαγκάνες αρπάζουν
Όποια χαρά
κρέμεται αυθόρμητα στα χείλη

Σε άναψα

δεμένη μοίρα άτοπη
παράλληλη τροχιά. αντίστροφη
με τέχνη φίλα με
με πόνο σβήσε με

Τριγυρνώ στους παλιούς δρόμους
Στιχάκια που τα βάδισες γυμνή
Σ’ άλλες αγκαλιές τρεμάμενη
Σ’ άλλες φωτιές δοσμένη

Βαθιά Σε ρούφηξα

καμένη αίσθηση χαράς
γλυκιά οδύνη μέθης
με τέχνη φίλα με
με θέρμη διώξε με

Οι φύλακες του χρόνου τις στρόφιγγες
σφίγγουν γλυκά
το χώρο καταπίνουν.
Ούτε ένα δευτερόλεπτο αέρα
Ούτε ένα σάβανο στιγμή

Σε κάπνισα αργά,… παραισθησιογόνο

τρελή άλογη παράκρουση
μάγισσα φευγάτη. ψεύτρα
με τέχνη φίλα με
με δόλο δώσε με

Θερίζουν οι κραταιοί της λήθης
Εξαργυρώνοντας με θανάσιμη υποταγή
τα χρόνια που τους χάρισες ριπή
σωσίβιο στην πλήξη και την κανονικότητα

χαρμάνι σέρτικο και κάηκες,…

Πυξίδα μου γλυκιά περήφανη
με στάχτες όνειρα
κλείσε μου τα μάτια
στο στήθος σου βαθιά
φυλάκισε με

ρίξε του τίτλους,…

πίσω στη λευκή σου
διαμαντένια ξεγνοιασιά,
για μια τελευταία ρουφηξιά,
περπάτησε με

μέσα στην όμορφη
γκρίζα μου ουτοπία
κρύψε με, τασάκι η γη
και ξέχασε με εκεί,…
………………………………………………………

Πυξίδα μου βαριά, αλάθητη
Δείξε σταράτα
Αντίδοτο ή Υποκατάστατο
Φωτιά Συμπαντική ή Θύελλα παροδική
...............................................................
...................................................................................................
Η φωτογραφία είναι από τους καταρράκτες Iguaçu τραβηγμένη από ελικόπτερο στις 12/8/2008 με Cannon EOS 400D DIGITAL